Κανονίστε μια συνάντηση

Γνωρίστε τη Διαιτολόγο

Το ονοματεπώνυμό σας (απαραίτητο)

Το email σας (απαραίτητο)

Τηλέφωνο επικοινωνίας (απαραίτητο)

Ενδιαφέρομαι για: (απαραίτητο)

Επιθυμητή Ημερομηνία συνάντησης

Το μήνυμά σας (απαραίτητο)

Άρθρα

Βιταμίνη D: Στην υγεία και την ασθένεια

article-4Είναι γνωστό από παλιά πως η βιταμίνη D διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση επαρκών ποσοτήτων ασβεστίου και φωσφόρου στον ορό, ώστε να γίνει η εναπόθεση στα οστά (αποφυγή οστεοπόρωσης). Η ανακάλυψη υποδοχέων στις κυτταρικές μεμβράνες και τους πυρήνες των μυϊκών και εγκεφαλικών κυττάρων, αποτέλεσε ερέθισμα για περαιτέρω έλεγχο της δράσης της, τα τελευταία χρόνια.

Προερχόμενη εν μέρει από τη διατροφή ωστόσο, κύρια πηγή αυτής αποτελεί η μετατροπή της σε ενεργό μορφή από την έκθεση στον ήλιο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σύμπλεγμα δύο βιταμινών, D2 και D3. Χημικά είναι δύο λιποδιαλυτές αλκοόλες που σχηματίζονται από την υπεριώδη ακτινοβολία (ηλιακό φως) επί των στερολών που υπάρχουν στο δέρμα.

Οι τροφές γενικά δεν περιέχουν επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D, με την εξαίρεση ορισμένων λιπαρών ψαριών και των τροφών που έχουν εμπλουτιστεί με τη βιταμίνη. Μικρές ποσότητες βιταμίνης περιέχουν οι τροφές ζωικής προέλευσης, όπως συκώτι, βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας, αυγά, και γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως γάλα, τυρί και βούτυρο. Τροφές όπως τα ψάρια (ρέγγα, σολομός, τόνος και σαρδέλα) θεωρούνται καλές πηγές βιταμίνης D. Η ή βιταμίνη D δεν αλλοιώνεται σημαντικά κατά το μαγείρεμα, την αποθήκευση και γενικότερα την επεξεργασία των τροφών. Στα φυτά, απαντάται συχνά η εργοστερόλη, ένα στεροειδές που για να ενεργοποιηθεί και να σχηματίσει την ενεργό μορφή D2, απαιτείται ηλιακή ακτινοβολία.

Η βιταμίνη D, παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του ισοζυγίου ασβεστίου και φωσφόρου στον ορό. Σε ανεπάρκεια βιταμίνης, παρατηρείται απορρόφηση μόνο 10 – 15% του διαιτητικού ασβεστίου και περίπου 60 % του φωσφόρου. Για το λόγο αυτό, η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και διατήρηση της οστικής πυκνότητας. Γι’ αυτό η έλλειψή της συνδέεται με την οστεοπόρωση. Περίπου 33% των γυναικών ηλικίας 60 με 70 καθώς επίσης και το 66% αυτών ηλικίας άνω των 80, έχουν οστεοπόρωση.

Έλλειψη βιταμίνης D παρατηρείται όταν δεν υπάρχει επαρκής διαιτητική πρόσληψη, η οποία γίνεται κυρίως από συμπληρώματα καθώς οι τροφές δεν περιέχον αρκετή βιταμίνη D, ή έκθεση στην υπεριώδη ηλιακή ακτινοβολία. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D απαντάται σε μεγάλο βαθμό παγκοσμίως σε υγιή παιδιά, εφήβους, ενήλικες καθώς και σε μεσήλικες και ηλικιωμένους. Σε βρέφη και παιδία, η χρόνια ανεπάρκεια βιταμίνης D προκαλεί δυσμορφία οστών και μη φυσιολογική ανάπτυξη, κατάσταση γνωστή με τον όρο ραχίτιδα. Στην Ελλάδα έχει βρεθεί ότι το 50% σχεδόν των εφήβων έχει οξεία έλλειψη βιταμίνης D κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Η μυϊκή αδυναμία αποτελεί εξίσου σύμπτωμα ανεπάρκειας βιταμίνης D. Ανερχόμενα στοιχεία μελετών τα τελευταία χρόνια, υποδεικνύουν μια σημαντική σχέση μεταξύ της βιταμίνης D και της αρτηριακής πίεσης. . Η βιταμίνη D αποτελεί μια από τις ισχυρότερες ορμόνες υπεύθυνες για τη ρύθμιση της κυτταρικής ανάπτυξης. Σχεδόν κάθε όργανο και ιστός του σώματος διαθέτουν υποδοχείς βιταμίνης D – μεταξύ αυτών τα έντερα, ο εγκέφαλος, η καρδιά, το δέρμα, τα όργανα της αναπαραγωγής, οι μαστοί, τα λεμφοκύτταρα και ο πλακούντας. Η βιταμίνη D, η οποία δρα ως ορμόνη, είναι επίσης γνωστό ότι επηρεάζει την έκφραση περισσότερων από 200 γονιδίων. Αρκετές είναι οι έρευνες που υποδεικνύουν τον προστατευτικό ρόλο της επαρκής ποσότητας βιταμίνης D και τον μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

Η εναλλαγή διάθεσης ανάμεσα στις εποχές, αποτελεί σύνηθες φαινόμενο με τις κρίσης άγχους και κατάθλιψης να αυξάνονται κατά τους χειμερινούς μήνες. Μια πιθανή εξήγηση αποτελεί η αλλαγή των επιπέδων βιταμίνης D3 κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Έχει βρεθεί ακόμη πως η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και λειτουργία του εγκεφάλου. Η ευρεία κατανομή υποδοχέων βιταμίνης D στον εγκέφαλο, ενδεχομένως να συνεισφέρει σε αυτό. Έχει δειχτεί ότι η βιταμίνη D έχει την ικανότητα να επηρεάζει πρωτεΐνες γνωστές για την άμεση εμπλοκή τους στη διαδικασία της μάθησης, της μνήμης, της ρύθμισης των κινήσεων και ενδεχομένως στην κοινωνική και μητρική συμπεριφορά. Διατηρώντας επαρκή επίπεδα βιταμίνης D κατά την εμβρυακή ζωή καθώς και μετέπειτα στα πρώτα χρόνια ζωής, εγγυάται την φυσιολογική μεταγραφική λειτουργία του υποδοχέα στον εγκέφαλο. Αυτό ενδεχομένως να αποτελεί καίριο σημείο για την ανάπτυξη του εγκεφάλου καθώς επίσης και για τη διατήρηση της πνευματικής λειτουργίας αργότερα.

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα. Παρόλη τη στενή συσχέτιση αυτής με την υγεία των ατόμων, η ανεπάρκειά της δεν είναι ευρέως αναγνωρίσιμη από τους γιατρούς και τους ασθενείς. Μεγαλύτερη επίγνωση του προβλήματος απαιτείται τόσο από τους ερευνητές και του γιατρούς, όσο και από τους ίδιους τους ασθενείς, ώστε να αποφθεχθούν μελλοντικά προβλήματα προερχόμενα από την ανεπάρκεια της βιταμίνης.

Βιβλιογραφία

  1. Lapatsanis PD, Moulas A, Challa A, Chaliasos N,. Vitamin D metabolites (25-hydroxyvitamin D, 24,25-dihydroxyvitamin D and 1,25-dihydroxyvitamin D) and osteocalcin in beta-thalassaemia. Acta Paediatr. 1997 Jun;86(6):594-9.
  2. Kesby JP, Eyles DW, Burne TH, McGrath JJ. The effects of vitamin D on brain development and adult brain function. Mol Cell Endocrinol. 2011 Jun 1.
  3. Eyles D, Burne T, McGrath J. Vitamin D in fetal brain development. Semin Cell Dev Biol. 2011 Jun 6.
  4. Holick Michael F,Tai C Chen. Vitamin D deficiency: a worldwide problem with health Consequences. Am J Clin Nutr 2008;87